Ιδού η «Γκρίζα Ζώνη» της Αξιολόγησης, ιδανική για την ανέλιξη των «εκλεκτών»

TOY ΑΝΔΡΕΑ ΜΑΥΡΑΤΣΑ*

Διερωτώμαι πολλές φορές εάν στην κουλτούρα μας έχει εμπεδωθεί η αντίληψη πως κάθε νέα μεταρρύθμιση οφείλει να είναι ακόμη πιο αναξιοκρατική από την προηγούμενη. Σαν να έχουμε συνηθίσει τόσο πολύ την αδικία και την εύνοια των λίγων, που αρχίσαμε να τη θεωρούμε φυσιολογική.  

Η επικινδυνότητα της ασάφειας των 20 κριτηρίων

Από την πρώτη στιγμή που το Υπουργείο Παιδείας παρουσίασε το Σχέδιο Αξιολόγησης των Εκπαιδευτικών, στις συναντήσεις μας ως ΟΕΛΜΕΚ με την ίδια την Υπουργό, εκτός των υπόλοιπων αναξιοκρατικών προνοιών, εντοπίσαμε ακόμη μια μεγάλη ασάφεια και σε όλες τις συναντήσεις ήμουν πάντοτε ιδιαίτερα έντονος στο ότι, τα είκοσι κριτήρια αξιολόγησης που προβλέπονται στους τέσσερις τομείς αξιολόγησης ήταν αόριστα, υποκειμενικά και καθόλου μετρήσιμα. Πρόκειται για ένα σημείο που περνά σχεδόν απαρατήρητο από όλους αλλά κρύβει τον μεγαλύτερο κίνδυνο αναξιοκρατίας, αφού η βάση της αξιολόγησης θα στηρίζεται στα 20 αυτά κριτήρια.  

Κριτήρια που θα βαθμολογούντα από 0-10, το κάθε ένα, για τα οποία ούτε ο εκπαιδευτικός μπορεί να γνωρίζει πώς θα κριθεί, ούτε ο αξιολογητής θα έχει ξεκάθαρο πλαίσιο για να αποδώσει δίκαιη βαθμολογία. Η ίδια η Υπουργός,  έμμεσα παραδέχτηκε την ασάφεια και την υποκειμενικότητα τους και υποσχέθηκε ότι θα γίνει προσπάθεια να γίνουν πιο σαφή, ακριβή και μετρήσιμα, ώστε να διασφαλιστεί η αντικειμενικότητα τους.  Ωστόσο, παρά τις διαβεβαιώσεις, κάτι τέτοιο δεν έγινε μέχρι σήμερα, ενώ την ίδια ώρα το νομοσχέδιο κατατέθηκε στη Βουλή.

Επιτροπή Παρακολούθησης με πλειοψηφία ανώτερων λειτουργών του ΥΠΑΝ 

Το παράδοξο που μας ειπώθηκε στο τέλος ήταν ότι, αφού πρώτα ψηφιστεί το νομοσχέδιο από τη Βουλή, ακολούθως, τα κριτήρια θα παραπεμφθούν στην Επιτροπή Παρακολούθησης για να διαμορφωθούν, ούτως ώστε να γίνουν αντικειμενικά και μετρήσιμα. Ας σημειωθεί ότι η Επιτροπή Παρακολούθησης, αποτελείται από οκτώ μέλη, εκ των οποίων πέντε θα είναι ανώτεροι λειτουργοί του Υπουργείου Παιδείας και μόλις τρεις εκπρόσωποι των Εκπαιδευτικών Οργανώσεων. Είναι, επομένως, σαφές ποιος θα έχει τον τελευταίο λόγο και ποιος θα περιοριστεί απλώς σε ρόλο διακοσμητικό.

Απορώ πραγματικά ποιος συνδικαλιστής θα δεχόταν  μια τέτοια πρόταση, χωρίς να γνωρίζουν οι εκπαιδευτικοί τα ακριβή κριτήρια βάσει των οποίων θα αξιολογούνται. Πώς μπορούμε να συναινέσουμε σε ένα τέτοιο σχέδιο όταν το θεμέλιό του είναι άγνωστο; Πώς μπορεί ένας εκπαιδευτικός να κριθεί δίκαια με βάση τους όρους που δεν έχουν ακόμα καθοριστεί;

Η κρίση του αξιολογητή βάσει «άλλων παραμέτρων».

Σε μία τέτοια περίπτωση η κρίση του κάθε αξιολογητή δεν θα βασίζεται σε αντικειμενικά δεδομένα αλλά σε προσωπικές εκτιμήσεις και υποκειμενικές εντυπώσεις. Επομένως η διαδικασία της αξιολόγησης θα μπορεί εύκολα να επηρεαστεί από εξωγενείς παράγοντες, όπως πρόσβαση στο σύστημα, προσωπικές σχέσεις, γνωριμίες, συμπάθειες ή ακόμα και αντιπάθειες. Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, ο αξιολογητής θα έχει τη δυνατότητα είτε συνειδητά είτε ασυνείδητα να ευνοήσει ή να υποβιβάσει κάποιον εκπαιδευτικό όχι βάσει της πραγματικής του αξίας αλλά βάσει «άλλων παραμέτρων».

Οι πολιτικοί ξαφνικά νοιάστηκαν για την κοινωνία

Κι όμως, σε αυτό το στάδιο, ακούγεται από πολλές πλευρές, πολιτικούς, βουλευτές, δημοσιογράφους, ότι «η κοινωνία ζητά αλλαγή στο σχέδιο αξιολόγησης». Οι συζητήσεις όμως περιορίζονται σε γενικόλογες αναφορές, χωρίς να γίνεται καμία ουσιαστική αναφορά στο τι ακριβώς προβλέπει το σχέδιο. Και αυτό οφείλεται στο ότι κανένας δεν έχει μελετήσει σε βάθος το περιεχόμενο και τις πρόνοιες του. Και είναι ιδιαίτερα αστείο όταν οι πολιτικοί, χωρίς να έχουν μελετήσει ούτε στοιχειωδώς το συγκεκριμένο Σχέδιο, να επικαλούνται την κοινωνία αλά καρτ, την ίδια στιγμή που η κοινωνία τους απαξιώνει καθημερινά, όλο και περισσότερο.

Αυτό που παρέλειψαν όμως να πουν στην κοινωνία είναι ότι, το προτεινόμενο σχέδιο θα είναι πιο αναξιοκρατικό από το υφιστάμενο και ότι για ακόμη μία φορά, θα ευνοούνται οι λίγοι και εκλεκτοί. Η ευθύνη όσων διαμορφώνουν την κοινή γνώμη είναι μεγάλη και οφείλουν να ενημερώνονται πριν τοποθετούνται, γιατί αλλιώς συμβάλλουν άθελα τους ή μη, στην παραπληροφόρηση και στην απαξίωση του ίδιου του δημόσιου σχολείου.  Σαν να μην είμαστε εμείς, οι εκπαιδευτικοί, μέρος αυτής της κοινωνίας. Σαν να ξεχνούν ότι εμείς πρώτοι ζητήσαμε εδώ και χρόνια να αλλάξει το υφιστάμενο, αναχρονιστικό και μη αξιοκρατικό σύστημα αξιολόγησης. Το ζητήσαμε, όμως, όχι για να αντικατασταθεί από ένα νέο που θα είναι ακόμη πιο αναξιοκρατικό.

Η κοινωνία κατάλαβε ότι περί αναξιοκρατίας πρόκειται;

Αν πράγματι η κοινωνία επιθυμεί ένα δίκαιο και αξιόπιστο σύστημα αξιολόγησης, τότε πρέπει να γνωρίζει την αλήθεια: χωρίς σαφή, αντικειμενικά και μετρήσιμα κριτήρια, καμία αξιολόγηση δεν μπορεί να είναι δίκαιη. Το να ψηφιστεί ένα νομοσχέδιο χωρίς αυτά τα δεδομένα είναι σαν να ζητούμε από έναν μαθητή να δώσει εξετάσεις και η ύλη που θα εξεταστεί να είναι αόριστη.

Η ουσία, λοιπόν, δεν είναι αν θέλουμε ή όχι την αξιολόγηση. Την θέλουμε. Θέλουμε ένα σύστημα που θα ενισχύει τον εκπαιδευτικό, θα προάγει τη διδασκαλία και θα στηρίζει το σχολείο. Αυτό όμως δεν μπορεί να γίνει μέσα από αδιαφάνεια, υποκειμενικότητα και πρόχειρες διαδικασίες. Γιατί το τίμημα, στο τέλος, δεν θα το πληρώσουν μόνο οι εκπαιδευτικοί, αλλά η ίδια η ποιότητα της δημόσιας εκπαίδευσης.

Τέλος, εκφράζω τις ειλικρινείς μου ευχές για ταχεία και πλήρη ανάρρωση της Υπουργού Παιδείας. Παράλληλα, την καλώ, έστω και σε αυτό το στάδιο, να δώσει τις απαραίτητες οδηγίες, ώστε πέραν των ουσιαστικών διαφωνιών που έχει η Οργάνωση μας σε σχέση με συγκεκριμένες πρόνοιες του Σχεδίου, οι οποίες πρέπει επίσης να διορθωθούν, να αναθεωρηθούν και τα κριτήρια της αριθμητικής αξιολόγησης, με τρόπο που να διασφαλίζουν την αντικειμενικότητα και τη μετρησιμότητα τους στο πλαίσιο της συνολικής διαδικασίας.

Με δεδομένη την πεποίθηση ότι το προτεινόμενο σχέδιο όχι μόνο δεν πρόκειται να εφαρμοστεί με διαφάνεια και αξιοκρατία, αλλά και ότι κινδυνεύει να παραμείνει για πολλά χρόνια, ευνοώντας  ελάχιστους σε βάρος του συνόλου, απευθύνουμε κάλεσμα σε όλες και όλους τους συναδέλφους να στηρίξουν τη στάση εργασίας που έχει προκηρύξει η Οργάνωση μας και να υψώσουν φωνή αντίδρασης απέναντι σε μια μεταρρύθμιση που ουσιαστικά αποδομεί το εκπαιδευτικό μας σύστημα.

*Αντιπρόεδρος ΟΕΛΜΕΚ

Πηγή: paideia news

Εκπαιδευτικοί πολυεργαλεία κινδυνεύουν να βρεθούν στο εδώλιο

ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΜΑΥΡΑΤΣΑ*

Τα πρόσφατα περιστατικά ενδοσχολικής βίας σε σχολεία της χώρας μας είναι δυστυχώς το προειδοποιητικό καμπανάκι μιας κοινωνίας που έχασε τον έλεγχο και δυστυχώς δεν είναι «μεμονωμένα».

Οι εκπαιδευτικοί έχουν γίνει πολυεργαλεία. Καλούνται να διδάσκουν, να παρηγορούν, να επιλύουν εντάσεις, να εντοπίζουν ψυχολογικά προβλήματα, να λειτουργούν ως κοινωνικοί λειτουργοί, σύμβουλοι και φύλακες.

Παρόμοια περιστατικά ενδοσχολικης βίας μεταξύ μαθητών,  έγιναν πρόσφατα στην Ελλάδα, όπου εκπαιδευτικός συνελήφθη για προκαταρκτική έρευνα προκειμένου να διαπιστωθεί αν τηρήθηκαν τα προβλεπόμενα μέτρα εποπτείας και ασφάλειας στον σχολικό χώρο επειδή βρισκόταν σε καθήκοντα επιτήρησης το διάλειμμα. Αυτό είναι πραγματικά ανησυχητικό και πρέπει να προβληματίσει και εμάς στην Κύπρο.

Οι καθηγητές στα σχολεία μας έχουν τα ίδια καθήκοντα επιτήρησης κατά τη διάρκεια των διαλειμμάτων, χωρίς όμως να διαθέτουν τα μέσα, την εκπαίδευση ή την προστασία για να αντιμετωπίσουν βίαιες καταστάσεις. Η ευθύνη όμως είναι τεράστια αλλά ταυτόχρονα αόριστη. Κανένας κανονισμός δεν ξεκαθαρίζει τι μπορεί ή τι δεν μπορεί να κάνει ένας εκπαιδευτικός σε τέτοιες στιγμές. Αν μείνει αμέτοχος, θα κατηγορηθεί ότι δεν επενέβη. Αν προσπαθήσει να χωρίσει τους μαθητές, κινδυνεύει να βρεθεί ο ίδιος κατηγορούμενος. Είναι ένα αδιέξοδο που δημιουργεί φόβο και ανασφάλεια. Το να αναμένει κανείς από έναν εκπαιδευτικό, είτε γυναίκα είτε άντρα, να χωρίσει δύο ή τρεις εξαγριωμένους  μαθητές είναι παράλογο και επικίνδυνο.

Το Υπουργείο Παιδείας πρέπει να ξεκαθαρίσει ποια είναι η θεσμική προστασία, η νομική κάλυψη ή οι ξεκάθαρες διαδικασίες για την υπεράσπιση του επαγγελματικού κύρους των εκπαιδευτικών.

Η κύρια πηγή του προβλήματος

Το πρόβλημα όμως δεν περιορίζεται στο σχολείο, ας είμαστε ειλικρινείς. Το πρώτο και μεγαλύτερο σχολείο είναι το σπίτι. Εκεί μπαίνουν τα θεμέλια της συμπεριφοράς, του σεβασμού, της ενσυναίσθησης. Δυστυχώς, όμως, βλέπουμε όλο και πιο συχνά κάποιοι γονείς έχουν αποτύχει σε αυτόν τον ρόλο. Παραμελούν τα παιδιά τους, δεν τα καθοδηγούν, δεν τους θέτουν όρια, δεν τους διδάσκουν συνέπεια και σεβασμό. Και όταν το σχολείο καλείται να βάλει τα όρια που έλειψαν από το σπίτι, αυτοί οι ίδιοι γονείς εμφανίζονται εξαγριωμένοι, έτοιμοι να επιτεθούν λεκτικά και ψυχολογικά στους εκπαιδευτικούς.

Οι απειλές και οι «πλάτες» των γονιών

Υπήρξαν, δυστυχώς, περιπτώσεις όπου γονείς, μετά την επιβολή ποινών στα παιδιά τους για παραβατικές συμπεριφορές, προχώρησαν σε απειλές, ύβρεις και εκβιασμούς προς εκπαιδευτικούς. Άλλοι προχώρησαν σε δημόσιες καταγγελίες με διαστρεβλωμένα γεγονότα ή τους συκοφάντησαν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Το μήνυμα που περνά ένας πατέρας ή μια μητέρα όταν σπεύδει να αμφισβητήσει τον εκπαιδευτικό, «βάζοντάς πλάτη» στο παιδί, είναι ότι η εξουσία και οι κανόνες δεν έχουν νόημα. Έτσι, μεγαλώνουμε παιδιά χωρίς όρια, χωρίς αυτογνωσία και χωρίς επίγνωση των συνεπειών τους.

Πάρτε επιτέλους ουσιαστικά μέτρα

Το Υπουργείο Παιδείας πρέπει να πάρει επιτέλους ουσιαστικά μέτρα που να μειώνουν τα περιστατικά βίας εντός των σχολικών μονάδων.

Η παρουσία σχολικών φρουρών ή επιτηρητών ασφαλείας δεν πρέπει να είναι διακοσμητική αλλά ουσιαστική. Χρειάζονται φρουροί που να είναι σωστά και κατάλληλα εκπαιδευμένοι, να γνωρίζουν πώς να χειρίζονται περιστατικά βίας και να επιτηρούν ενεργά και κατά τη διάρκεια των διαλειμμάτων, όχι μόνο να στέκονται έξω από τις πύλες. Σε μεγάλα σχολεία, όπου οι κίνδυνοι είναι μεγαλύτεροι και οι μαθητές περισσότεροι, πρέπει να τοποθετούνται επιπλέον επιτηρητές ώστε να διασφαλίζεται πλήρως η ασφάλεια όλων.

Ταυτόχρονα, η Πολιτεία πρέπει να θεσπίσει πιο αυστηρές ποινές για όσους ασκούν, υποκινούν ή ανέχονται βία εντός ή εκτός σχολικού χώρου. Είτε πρόκειται για μαθητές, είτε για γονείς, είτε για εξωσχολικούς, κάθε πράξη βίας απέναντι σε μαθητή ή εκπαιδευτικό πρέπει να αντιμετωπίζεται με μηδενική ανοχή. Η ατιμωρησία δεν είναι απλώς αδικία, είναι πρόσκληση για επανάληψη της βίας.

Ένα άλλο σημαντικό μέτρο για την αντιμετώπιση της ενδοσχολικής βίας είναι η πρόσληψη ειδικών ψυχολόγων σε κάθε σχολείο. Η παρουσία ψυχολόγου θα συμβάλει ουσιαστικά στην έγκαιρη αναγνώριση και διαχείριση προβλημάτων συμπεριφοράς και στην ψυχολογική υποστήριξη μαθητών που βιώνουν ή ασκούν βία.

Η ΟΕΛΜΕΚ πρέπει να βγει μπροστά

Η ΟΕΛΜΕΚ,  πρέπει να πιέσει το Υπουργείο Παιδείας, να ανοίξει επειγόντως αυτή η συζήτηση. Οι εκπαιδευτικοί χρειάζονται σαφή προστασία, νομική κάλυψη και υποστήριξη, όχι μόνο για να νιώθουν ασφαλείς, αλλά και για να μπορούν να επιτελούν τον παιδαγωγικό τους ρόλο χωρίς τον φόβο ότι μια τέτοια περίπτωση θα τους οδηγήσει στο εδώλιο.

Οι εκπαιδευτικοί, που κρατούν καθημερινά όρθιο το δημόσιο σχολείο με μόχθο, ψυχραιμία και αυταπάρνηση, βρίσκονται σήμερα εκτεθειμένοι σε ένα περιβάλλον που συχνά τους ξεπερνά, χωρίς ουσιαστική στήριξη ή προστασία.

Δεν είναι αστεία αυτά που συμβαίνουν, είναι ζήτημα ασφάλειας, λογικής και σεβασμού προς τους μαθητές, αλλά και στους εκπαιδευτικούς που κρατούν το σχολείο όρθιο κάθε μέρα.

Αντιπρόεδρος ΟΕΛΜΕΚ

Πηγή: Paideia news

Ενώ κινδυνεύουν οι μαθητές, κολλήσαμε στην αξιολόγηση

ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΜΑΥΡΑΤΣΑ*

Μετά και το τελευταίο περιστατικό, όπου σπείρα νεαρών Σύρων εξωσχολικών ξυλοκόπησαν μαθητή και πατέρα σε σχολείο στην Αγλαντζιά, η εκπαιδευτική κοινότητα ζει μια ανησυχητική πραγματικότητα. 

Το φαινόμενο της βίας και της παραβατικότητας μέσα στους σχολικούς χώρους, όχι μόνο δεν έχει εκλείψει, αλλά δείχνει να αποκτά νέες και επικίνδυνες διαστάσεις. Οι περιπτώσεις εξωσχολικών που εισβάλλουν σε σχολεία, είτε για να εκφοβίσουν εκπαιδευτικούς,  είτε μαθητές, είτε για να προκαλέσουν καταστροφές και ακόμη χειρότερα, για να διακινήσουν ναρκωτικά, αποτελούν μια απειλή που δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με ημίμετρα και ευχολόγια.

Τα μέτρα,  ο φόβος των μαρτύρων και η ευθύνη της πολιτείας.

Τα ψηλά κάγκελα, οι λιγοστές κάμερες ασφαλείας που τοποθετήθηκαν σε ορισμένα σχολεία, καθώς και η παρουσία επιτηρητών ασφαλείας, δεν στάθηκαν ικανά να ανατρέψουν το φαινόμενο αυτό. Η εμπειρία δείχνει ότι η ουσία του προβλήματος είναι ζήτημα  κοινωνικής και θεσμικής αδράνειας. Από τη μια υπάρχουν μάρτυρες αυτών των περιστατικών, άνθρωποι που βλέπουν με τα μάτια τους τη βία, την εισβολή και την παραβατικότητα μέσα και γύρω από τα σχολεία, αλλά φοβούνται να μιλήσουν, γιατί γνωρίζουν πολύ καλά πως η μαρτυρία τους μπορεί να έχει συνέπειες για τους ίδιους ή για τις οικογένειές τους. Από την άλλη, ακόμη κι όταν κάποιος βρει το θάρρος να καταθέσει και να καταγγείλει στις αρχές, οι επιπτώσεις για τους θύτες είναι σχεδόν ανύπαρκτες. Οι ποινές που επιβάλλονται, αν επιβληθούν ποτέ, θυμίζουν περισσότερο χάιδεμα παρά πραγματική τιμωρία, στέλνοντας έτσι το μήνυμα πως όποιος παραβιάζει τον σχολικό χώρο δεν έχει να φοβηθεί τίποτα.

Και αυτό είναι ίσως το πιο επικίνδυνο απ’ όλα.

Οι εκπαιδευτικοί που καθημερινά καλούνται να διαχειριστούν όχι μόνο τη μάθηση αλλά και την ασφάλεια των παιδιών, βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα σύστημα που μοιάζει ανίκανο ή καλύτερα απρόθυμο να τους στηρίξει ουσιαστικά. Η ανασφάλεια έχει γίνει μέρος της σχολικής ζωής, και αυτό είναι κάτι που δεν μπορεί να θεωρηθεί φυσιολογικό.

Δεν μπορούμε να μιλάμε για σχολεία ανοιχτά στην κοινωνία, όταν οι ίδιοι οι λειτουργοί της παιδείας και οι μαθητές φοβούνται για τη σωματική τους ακεραιότητα. Δεν μπορεί να συνεχίζεται αυτή η κατάσταση, όπου οι ευθύνες διαχέονται και κανείς δεν αναλαμβάνει πρωτοβουλία. Το κράτος, η αστυνομία, οι τοπικές αρχές και όλοι οι εμπλεκόμενοι θεσμοί οφείλουν να συνεργαστούν για να δημιουργηθεί ένα ουσιαστικό πλαίσιο προστασίας, προπάντων, με διακριτική παρουσία αστυνομικών δυνάμεων σε συγκεκριμένα σχολεία, με ταχύτατη παρέμβαση σε κάθε περιστατικό, και με νομοθετικές ρυθμίσεις που θα καθιστούν σαφές ότι η παραβίαση του σχολικού χώρου δεν θα γίνεται ανεκτή.

Αναθεώρηση του Προγράμματος μεταναστευτικής βιογραφίας στα σχολεία.

Το πρόγραμμα όπως εφαρμόζεται σήμερα, για μαθητές με μεταναστευτική βιογραφία πρέπει να αναθεωρηθεί για τους νεοεισερχόμενους μαθητές. Δεν εξυπηρετεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τους μαθητές αυτούς ώστε να ενταχθούν ομαλά στη σχολική κοινότητα και πολλές φορές δημιουργούνται προστριβές και παρεξηγήσεις, καθώς επίσης αναπτύσσονται παραβατικές συμπεριφορές και πολλές φορές αυτές είναι ακραίες.

Ως Αντιπρόεδρος της ΟΕΛΜΕΚ, εκπροσωπώντας τη Δημοκρατική Κίνηση Καθηγητών,  είχα καταθέσει πρόταση στο Κ.Δ.Σ,  η οποία δυστυχώς μειοψήφησε. Η πρόταση αφορούσε το πρόγραμμα μαθητών με μεταναστευτική βιογραφία,  ότι για την ομαλή ένταξη των παιδιών αυτών στα σχολεία, θα έπρεπε να προϋποθέτει την πολύ καλή γνώση της ελληνικής γλώσσας, η οποία θα επιβεβαιώνεται με πιστοποιητικό ελληνομαθειας, καθώς επίσης και γνωση της σύγχρονης ιστορίας και της κουλτούρας της χώρας μας, το οποίο να γίνεται αρχικά εκτός σχολικών μονάδων και ακολούθως να εντάσσονται κανονικά στο δημόσιο σχολείο.

Βρισκόμαστε σε οριακό σημείο.

Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι βρισκόμαστε σε οριακό σημείο. Αν συνεχίσουμε να αντιμετωπίζουμε τα γεγονότα ως μεμονωμένα περιστατικά, θα βρεθούμε προ τετελεσμένων. Πρέπει να δράσουμε τώρα, πριν αναγκαστούμε να θρηνήσουμε θύματα για να ξυπνήσουμε. Το σχολείο είναι ο πιο ιερός κοινωνικός χώρος, εκεί όπου τα παιδιά μας μορφώνονται, μεγαλώνουν και διαμορφώνουν αξίες. Δεν μπορεί να μετατρέπεται σε πεδίο φόβου και ανασφάλειας. Η Πολιτεία πρέπει να αναλάβει τις ευθύνες της, όχι με εξαγγελίες, αλλά με πράξεις για να προστατεύσει τα παιδιά μας.

Η προστασία των μαθητών και των εκπαιδευτικών δεν είναι διαπραγματεύσιμη. Είναι υποχρέωση και καθήκον κάθε ευνομούμενης κοινωνίας. Αν επιτρέψουμε η αδιαφορία να γίνει συνήθεια, τότε θα έχουμε χάσει κάτι πολύ πιο σημαντικό από την ασφάλεια, θα έχουμε χάσει την πίστη μας στο ίδιο το σχολείο ως θεσμό.

Το «μείζον» ζήτημα της αξιολόγησης.

Την ίδια ώρα, αντί το κράτος να επικεντρωθεί σε αυτά τα καίρια ζητήματα που απειλούν τις ζωές των εκπαιδευτικών και των μαθητών, δείχνει να έχει αφοσιωθεί στο «μείζον» ζήτημα, κατά τα άλλα, της αξιολόγησης των εκπαιδευτικών. Μιας αξιολόγησης που, ακόμη κι εκεί, κατάφερε να καταθέσει ένα σχέδιο πιο αναξιοκρατικό από το υφιστάμενο. Ενώ οι σχολικές μονάδες παλεύουν καθημερινά για την επιβίωση μέσα σε ένα κλίμα φόβου και ανασφάλειας, η Πολιτεία επιλέγει να μετρά δείκτες, να σχεδιάζει φόρμουλες και να συντάσσει κανονισμούς. Αντί να προστατεύσει τους ανθρώπους που κρατούν ζωντανό το σχολείο, τους φορτώνει με άγχος, αβεβαιότητα και υποτίμηση. Αυτό δεν είναι μεταρρύθμιση αλλά μετάθεση ευθύνης.

Η ευκολόπιστη κοινωνία και το μπαλάκι στη Βουλή.

Και το πιο απογοητευτικό είναι ότι, αντί η κοινωνία να απαιτήσει λύσεις για την ασφάλεια των παιδιών της, στρέφει τα βέλη της εναντίον των εκπαιδευτικών λες και οι εκπαιδευτικοί δεν είναι μέρος της κοινωνίας.  Επικρίνει όσους τολμούν να διαφωνήσουν, κατηγορώντας τους ότι «δεν θέλουν αξιολόγηση». Τα λένε αυτά, όμως, γιατί κανένας δεν μπήκε στον κόπο να διαβάσει τι πραγματικά προνοεί το νέο σχέδιο. Αν το έκαναν, θα έβλεπαν ότι δεν πρόκειται για μια αξιοκρατική διαδικασία, αλλά για μια ακόμα πιο άδικη και υποκειμενική μορφή αξιολόγησης από αυτήν που ήδη υπάρχει.

Ακόμη και ορισμένοι «ειδήμονες» δημοσιογράφοι δίνουν λανθασμένες εντυπώσεις στην κοινή γνώμη, όχι από πρόθεση, αλλά επειδή ούτε οι ίδιοι έχουν μελετήσει σε βάθος το νομοσχέδιο. Το πιο λυπηρό, ωστόσο, είναι ότι ελάχιστοι βουλευτές έχουν κάνει τον κόπο να το μελετήσουν, παρότι σύντομα θα κληθούν να το ψηφίσουν.

Κι έτσι, ενώ τα σχολεία παραμένουν απροστάτευτα και οι εκπαιδευτικοί ανυπεράσπιστοι, η κοινωνία και η πολιτεία ασχολούνται με το πώς θα τους κρίνουν, αντί με το πώς θα τους προστατεύσουν. Και αυτό, δυστυχώς, λέει πολλά για το πού έχουμε φτάσει ως κοινωνία.

Η ΟΕΛΜΕΚ, όμως, δεν μπορεί πλέον να παραμείνει χλιαρή. Οφείλει να αντιδράσει δυναμικά, να απαιτήσει λύσεις και να ληφθούν τα αναγκαία μέτρα ώστε να ακουστούν επιτέλους από αυτούς που πρέπει. Όσο απλώς διαπιστώνουμε και καταγγέλλουμε καταστάσεις, χωρίς ουσιαστική δράση, δεν βοηθούμε να λυθούν προβλήματα και απλά τα συντηρούμε. Και αυτό δεν πρέπει να το επιτρέψουμε άλλο.

*Αντιπρόεδρος ΟΕΛΜΕΚ

Πηγή: Paideia news

Προσδοκούμε ευαισθησία και ευελιξία στους διορισμούς των Συμβασιούχων με σοβαρά προβλήματα υγείας

ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΜΑΥΡΑΤΣΑ*

Τις τελευταίες μέρες, έχω δεχθεί τηλεφωνήματα από εκπαιδευτικούς με σοβαρά προβλήματα υγείας που από τη μία αναμένουν με αγωνία  διορισμό με σύμβαση,  από την άλλη βιώνουν έντονο άγχος και αβεβαιότητα, εάν θα μπορέσουν να αντεπεξέλθουν σε περίπτωση που ο διορισμός τους είναι σε απομακρυσμένη περιοχή από την έδρα τους.

Αυτό, δυστυχώς, αναμένεται να οδηγήσει ορισμένους στο να απορρίψουν τη θέση διορισμού τους, όχι από επιλογή, αλλά από απόγνωση  με αποτέλεσμα να μείνουν χωρίς εργασία. Αυτοί οι άνθρωποι δεν ζητούν προνόμια, ζητούν την ελάχιστη κατανόηση, ίση μεταχείριση και έμπρακτη  βοήθεια για να μπορέσουν να ανταποκριθούν αξιοπρεπώς στα καθήκοντά τους.  Σε τέτοιες περιπτώσεις, η κοινωνία και η πολιτεία δεν πρέπει να τους γυρίσουν την πλάτη.

Πρόκειται για πολύ περιορισμένο αριθμό περιπτώσεων, με τεκμηριωμένα και πολύ σοβαρά προβλήματα υγείας, που ενώ η ίδια η τύχη στάθηκε σκληρή απέναντί τους, το πρόβλημα της υγείας  τους δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι ο λόγος να απορρίψουν τον διορισμό τους και να μείνουν χωρίς εργασία, χωρίς εισόδημα αλλά και χωρίς ελπίδα.

Παρόλο που ως συμβασιούχοι εκπαιδευτικοί, δεν καλύπτονται από κάποια πρόνοια της νομοθεσίας, οφείλουμε ως Οργάνωση να αγωνιζόμαστε για αυτούς τους ανθρώπους. Στο πλαίσιο αυτής της προσπάθειας, ως ΟΕΛΜΕΚ έχουμε ήδη συναντηθεί με την ΕΕΥ, η οποία μας διαβεβαίωσε ότι, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, δεν προβλέπεται η δυνατότητα διαφοροποιήσεων ή ειδικής μεταχείρισης για τους συμβασιούχους εκπαιδευτικούς που αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα υγείας. Ως εκ τούτου, φέτος,  με τη δημιουργία της νέας πλατφόρμας για τη διαδικασία διορισμών/τοποθετήσεων, ενδέχεται άτομα με πολύ σοβαρά προβλήματα υγείας να τοποθετηθούν πολύ μακριά από τον τόπο διαμονής τους.

Να υπενθυμίσουμε ότι, πριν από τη δημιουργία της νέας πλατφόρμας, συμβασιούχοι εκπαιδευτικοί με πολύ σοβαρά προβλήματα υγείας τύγχαναν σχετικής διευκόλυνσης κατά το διορισμό τους. Επομένως, είναι εύλογο και αναγκαίο να αναμένουμε πως το ίδιο πλαίσιο στήριξης θα ισχύσει και φέτος. Στις 15 Ιουλίου, κατόπιν  εισήγησης μου στη Γραμματεία της ΟΕΛΜΕΚ, αποστείλαμε ξανά επιστολή προς την Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας (ΕΕΥ), απευθύνοντας θερμή παράκληση, όπως εξεταστεί ξανά το ενδεχόμενο διευκολύνσεων για τους συμβασιούχους εκπαιδευτικούς που έχουν  σοβαρά προβλήματα υγείας (είτε οι ίδιοι είτε μέλη της οικογένειας τους).

Θα πρέπει να υπάρξει στοιχειώδης ευελιξία ώστε, όπου αυτό είναι πρακτικά δυνατό, αυτοί οι συνάδελφοι να τοποθετούνται στην επαρχία της μόνιμης κατοικίας τους. Αυτές οι περιπτώσεις είναι  ελάχιστες και απολύτως δικαιολογημένες και ούτε πρόκειται να επιβαρύνουν μόνιμους εκπαιδευτικούς  και το υφιστάμενο σύστημα.

Προσδοκούμε ειλικρινά ότι, η ΕΕΥ θα μελετήσει με τη δέουσα ευαισθησία, τη δημιουργία ενός μηχανισμού που να επιτρέπει την αντιμετώπιση τέτοιων καταστάσεων, εντοπίζοντας πρακτικούς τρόπους ούτως ώστε, να ανταποκριθεί στο δίκαιο αυτό αίτημα, αναγνωρίζοντας τις ιδιαίτερες συνθήκες που βιώνουν οι συνάδελφοι αυτοί.

Είναι καθήκον μας ως ΟΕΛΜΕΚ, να υπερασπιζόμαστε και να στεκόμαστε δίπλα σε όσους συναδέλφους αντιμετωπίζουν τέτοια προβλήματα, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για τη διαδικασία διορισμού ή τοποθέτησής τους. Κανένας συνάδελφος  δεν πρέπει να νοιώθει ότι εγκαταλείπεται ή περιθωριοποιείται, επομένως το ζήτημα δεν είναι απλά εργασιακό, αλλά ανθρώπινο και κοινωνικό. 

*Αντιπρόεδρος ΟΕΛΜΕΚ

Πηγή; paideia news

Το νέο λογισμικό αγνοεί μητέρες με νεογέννητα, έγκυες και σοβαρά ασθενείς εκπαιδευτικούς

ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΜΑΥΡΑΤΣΑ*

 Με την εφαρμογή της νέας ψηφιακής πλατφόρμας για τη διαδικασία διορισμών και τοποθετήσεων των συμβασιούχων εκπαιδευτικών, έχει γίνει ένα σημαντικό βήμα προς τον εκσυγχρονισμό του συστήματος. Ωστόσο, η εμπειρία των τελευταίων ημερών ανέδειξε σοβαρά κενά και προβλήματα που παραβιάζουν υφιστάμενες πρόνοιες της νομοθεσίας και καταπατούν βασικά ανθρώπινα δικαιώματα.

Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που έχουν προκύψει, αφορά τις εγκυμονούσες εκπαιδευτικούς καθώς και όσες έχουν παιδί κάτω του ενός έτους. Σύμφωνα με τη νομοθεσία, αυτές οι εκπαιδευτικοί θα πρέπει να τοποθετούνται υποχρεωτικά στην εκπαιδευτική τους έδρα. Παρόλα αυτά, παρατηρούνται ορισμένες περιπτώσεις όπου η τοποθέτηση έγινε σε απομακρυσμένες επαρχίες, γεγονός που συνιστά παραβίαση της νομοθεσίας. Πρόκειται για ένα σοβαρό πρόβλημα το οποίο η Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας (ΕΕΥ) καλείται να διορθώσει.

Ως Αντιπρόεδρος της ΟΕΛΜΕΚ, εισηγήθηκα ήδη προς τη Γραμματεία της Οργάνωσης την άμεση αποστολή επιστολής προς την ΕΕΥ, με την οποία θα ζητείται η αποκατάσταση του σοβαρού αυτού ζητήματος και η άμεση συμμόρφωση με τις προβλεπόμενες πρόνοιες της νομοθεσίας.

Ένα δεύτερο, εξίσου σοβαρό ζήτημα αφορά μια άλλη ευάλωτη κατηγορία συμβασιούχων εκπαιδευτικών: εκείνους που αντιμετωπίζουν πολύ σοβαρά προβλήματα υγείας. Παρά την κρισιμότητα της κατάστασής τους, η ισχύουσα νομοθεσία δεν προβλέπει κάποια μορφή προστασίας ή προτεραιότητας στις τοποθετήσεις. Στην Π.Σ.Γ.Α της ΟΕΛΜΕΚ, έχουμε ήδη αποφασίσει να εισηγηθούμε τη δημιουργία κανονισμών που να προστατεύουν όσους συμβασιούχους εκπαιδευτικούς έχουν πολύ σοβαρά προβλήματα υγείας.

Είναι καθήκον της Πολιτείας να προστατεύει τις ευάλωτες ομάδες και να διασφαλίζει με σεβασμό τα θεμελιώδη δικαιώματα.

Η ΕΕΥ πρέπει να ενεργήσει άμεσα για την αποκατάσταση των αδικιών που έχω αναφέρει πιο πάνω και η Βουλή των Αντιπροσώπων να προχωρήσει το συντομότερο δυνατό στην ψήφιση  σχετικής νομοθεσίας για συμβασιούχους εκπαιδευτικούς που έχουν σοβαρά προβλήματα υγείας.

Η εκπαιδευτική αξιοπρέπεια και η ισότητα δεν είναι διαπραγματεύσιμες.

*Αντιπρόεδρος ΟΕΛΜΕΚ

Πηγή: paideia news