Ενώ κινδυνεύουν οι μαθητές, κολλήσαμε στην αξιολόγηση

ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΜΑΥΡΑΤΣΑ*

Μετά και το τελευταίο περιστατικό, όπου σπείρα νεαρών Σύρων εξωσχολικών ξυλοκόπησαν μαθητή και πατέρα σε σχολείο στην Αγλαντζιά, η εκπαιδευτική κοινότητα ζει μια ανησυχητική πραγματικότητα. 

Το φαινόμενο της βίας και της παραβατικότητας μέσα στους σχολικούς χώρους, όχι μόνο δεν έχει εκλείψει, αλλά δείχνει να αποκτά νέες και επικίνδυνες διαστάσεις. Οι περιπτώσεις εξωσχολικών που εισβάλλουν σε σχολεία, είτε για να εκφοβίσουν εκπαιδευτικούς,  είτε μαθητές, είτε για να προκαλέσουν καταστροφές και ακόμη χειρότερα, για να διακινήσουν ναρκωτικά, αποτελούν μια απειλή που δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με ημίμετρα και ευχολόγια.

Τα μέτρα,  ο φόβος των μαρτύρων και η ευθύνη της πολιτείας.

Τα ψηλά κάγκελα, οι λιγοστές κάμερες ασφαλείας που τοποθετήθηκαν σε ορισμένα σχολεία, καθώς και η παρουσία επιτηρητών ασφαλείας, δεν στάθηκαν ικανά να ανατρέψουν το φαινόμενο αυτό. Η εμπειρία δείχνει ότι η ουσία του προβλήματος είναι ζήτημα  κοινωνικής και θεσμικής αδράνειας. Από τη μια υπάρχουν μάρτυρες αυτών των περιστατικών, άνθρωποι που βλέπουν με τα μάτια τους τη βία, την εισβολή και την παραβατικότητα μέσα και γύρω από τα σχολεία, αλλά φοβούνται να μιλήσουν, γιατί γνωρίζουν πολύ καλά πως η μαρτυρία τους μπορεί να έχει συνέπειες για τους ίδιους ή για τις οικογένειές τους. Από την άλλη, ακόμη κι όταν κάποιος βρει το θάρρος να καταθέσει και να καταγγείλει στις αρχές, οι επιπτώσεις για τους θύτες είναι σχεδόν ανύπαρκτες. Οι ποινές που επιβάλλονται, αν επιβληθούν ποτέ, θυμίζουν περισσότερο χάιδεμα παρά πραγματική τιμωρία, στέλνοντας έτσι το μήνυμα πως όποιος παραβιάζει τον σχολικό χώρο δεν έχει να φοβηθεί τίποτα.

Και αυτό είναι ίσως το πιο επικίνδυνο απ’ όλα.

Οι εκπαιδευτικοί που καθημερινά καλούνται να διαχειριστούν όχι μόνο τη μάθηση αλλά και την ασφάλεια των παιδιών, βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα σύστημα που μοιάζει ανίκανο ή καλύτερα απρόθυμο να τους στηρίξει ουσιαστικά. Η ανασφάλεια έχει γίνει μέρος της σχολικής ζωής, και αυτό είναι κάτι που δεν μπορεί να θεωρηθεί φυσιολογικό.

Δεν μπορούμε να μιλάμε για σχολεία ανοιχτά στην κοινωνία, όταν οι ίδιοι οι λειτουργοί της παιδείας και οι μαθητές φοβούνται για τη σωματική τους ακεραιότητα. Δεν μπορεί να συνεχίζεται αυτή η κατάσταση, όπου οι ευθύνες διαχέονται και κανείς δεν αναλαμβάνει πρωτοβουλία. Το κράτος, η αστυνομία, οι τοπικές αρχές και όλοι οι εμπλεκόμενοι θεσμοί οφείλουν να συνεργαστούν για να δημιουργηθεί ένα ουσιαστικό πλαίσιο προστασίας, προπάντων, με διακριτική παρουσία αστυνομικών δυνάμεων σε συγκεκριμένα σχολεία, με ταχύτατη παρέμβαση σε κάθε περιστατικό, και με νομοθετικές ρυθμίσεις που θα καθιστούν σαφές ότι η παραβίαση του σχολικού χώρου δεν θα γίνεται ανεκτή.

Αναθεώρηση του Προγράμματος μεταναστευτικής βιογραφίας στα σχολεία.

Το πρόγραμμα όπως εφαρμόζεται σήμερα, για μαθητές με μεταναστευτική βιογραφία πρέπει να αναθεωρηθεί για τους νεοεισερχόμενους μαθητές. Δεν εξυπηρετεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τους μαθητές αυτούς ώστε να ενταχθούν ομαλά στη σχολική κοινότητα και πολλές φορές δημιουργούνται προστριβές και παρεξηγήσεις, καθώς επίσης αναπτύσσονται παραβατικές συμπεριφορές και πολλές φορές αυτές είναι ακραίες.

Ως Αντιπρόεδρος της ΟΕΛΜΕΚ, εκπροσωπώντας τη Δημοκρατική Κίνηση Καθηγητών,  είχα καταθέσει πρόταση στο Κ.Δ.Σ,  η οποία δυστυχώς μειοψήφησε. Η πρόταση αφορούσε το πρόγραμμα μαθητών με μεταναστευτική βιογραφία,  ότι για την ομαλή ένταξη των παιδιών αυτών στα σχολεία, θα έπρεπε να προϋποθέτει την πολύ καλή γνώση της ελληνικής γλώσσας, η οποία θα επιβεβαιώνεται με πιστοποιητικό ελληνομαθειας, καθώς επίσης και γνωση της σύγχρονης ιστορίας και της κουλτούρας της χώρας μας, το οποίο να γίνεται αρχικά εκτός σχολικών μονάδων και ακολούθως να εντάσσονται κανονικά στο δημόσιο σχολείο.

Βρισκόμαστε σε οριακό σημείο.

Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι βρισκόμαστε σε οριακό σημείο. Αν συνεχίσουμε να αντιμετωπίζουμε τα γεγονότα ως μεμονωμένα περιστατικά, θα βρεθούμε προ τετελεσμένων. Πρέπει να δράσουμε τώρα, πριν αναγκαστούμε να θρηνήσουμε θύματα για να ξυπνήσουμε. Το σχολείο είναι ο πιο ιερός κοινωνικός χώρος, εκεί όπου τα παιδιά μας μορφώνονται, μεγαλώνουν και διαμορφώνουν αξίες. Δεν μπορεί να μετατρέπεται σε πεδίο φόβου και ανασφάλειας. Η Πολιτεία πρέπει να αναλάβει τις ευθύνες της, όχι με εξαγγελίες, αλλά με πράξεις για να προστατεύσει τα παιδιά μας.

Η προστασία των μαθητών και των εκπαιδευτικών δεν είναι διαπραγματεύσιμη. Είναι υποχρέωση και καθήκον κάθε ευνομούμενης κοινωνίας. Αν επιτρέψουμε η αδιαφορία να γίνει συνήθεια, τότε θα έχουμε χάσει κάτι πολύ πιο σημαντικό από την ασφάλεια, θα έχουμε χάσει την πίστη μας στο ίδιο το σχολείο ως θεσμό.

Το «μείζον» ζήτημα της αξιολόγησης.

Την ίδια ώρα, αντί το κράτος να επικεντρωθεί σε αυτά τα καίρια ζητήματα που απειλούν τις ζωές των εκπαιδευτικών και των μαθητών, δείχνει να έχει αφοσιωθεί στο «μείζον» ζήτημα, κατά τα άλλα, της αξιολόγησης των εκπαιδευτικών. Μιας αξιολόγησης που, ακόμη κι εκεί, κατάφερε να καταθέσει ένα σχέδιο πιο αναξιοκρατικό από το υφιστάμενο. Ενώ οι σχολικές μονάδες παλεύουν καθημερινά για την επιβίωση μέσα σε ένα κλίμα φόβου και ανασφάλειας, η Πολιτεία επιλέγει να μετρά δείκτες, να σχεδιάζει φόρμουλες και να συντάσσει κανονισμούς. Αντί να προστατεύσει τους ανθρώπους που κρατούν ζωντανό το σχολείο, τους φορτώνει με άγχος, αβεβαιότητα και υποτίμηση. Αυτό δεν είναι μεταρρύθμιση αλλά μετάθεση ευθύνης.

Η ευκολόπιστη κοινωνία και το μπαλάκι στη Βουλή.

Και το πιο απογοητευτικό είναι ότι, αντί η κοινωνία να απαιτήσει λύσεις για την ασφάλεια των παιδιών της, στρέφει τα βέλη της εναντίον των εκπαιδευτικών λες και οι εκπαιδευτικοί δεν είναι μέρος της κοινωνίας.  Επικρίνει όσους τολμούν να διαφωνήσουν, κατηγορώντας τους ότι «δεν θέλουν αξιολόγηση». Τα λένε αυτά, όμως, γιατί κανένας δεν μπήκε στον κόπο να διαβάσει τι πραγματικά προνοεί το νέο σχέδιο. Αν το έκαναν, θα έβλεπαν ότι δεν πρόκειται για μια αξιοκρατική διαδικασία, αλλά για μια ακόμα πιο άδικη και υποκειμενική μορφή αξιολόγησης από αυτήν που ήδη υπάρχει.

Ακόμη και ορισμένοι «ειδήμονες» δημοσιογράφοι δίνουν λανθασμένες εντυπώσεις στην κοινή γνώμη, όχι από πρόθεση, αλλά επειδή ούτε οι ίδιοι έχουν μελετήσει σε βάθος το νομοσχέδιο. Το πιο λυπηρό, ωστόσο, είναι ότι ελάχιστοι βουλευτές έχουν κάνει τον κόπο να το μελετήσουν, παρότι σύντομα θα κληθούν να το ψηφίσουν.

Κι έτσι, ενώ τα σχολεία παραμένουν απροστάτευτα και οι εκπαιδευτικοί ανυπεράσπιστοι, η κοινωνία και η πολιτεία ασχολούνται με το πώς θα τους κρίνουν, αντί με το πώς θα τους προστατεύσουν. Και αυτό, δυστυχώς, λέει πολλά για το πού έχουμε φτάσει ως κοινωνία.

Η ΟΕΛΜΕΚ, όμως, δεν μπορεί πλέον να παραμείνει χλιαρή. Οφείλει να αντιδράσει δυναμικά, να απαιτήσει λύσεις και να ληφθούν τα αναγκαία μέτρα ώστε να ακουστούν επιτέλους από αυτούς που πρέπει. Όσο απλώς διαπιστώνουμε και καταγγέλλουμε καταστάσεις, χωρίς ουσιαστική δράση, δεν βοηθούμε να λυθούν προβλήματα και απλά τα συντηρούμε. Και αυτό δεν πρέπει να το επιτρέψουμε άλλο.

*Αντιπρόεδρος ΟΕΛΜΕΚ

Πηγή: Paideia news

Share